σιαλοχόος

-ον, και, κατά τον Ησύχ., σιαλόχους, -ουν, Α
1. αυτός που αφήνει να τρέχει σάλιο από το στόμα του, ο σαλιάρης
2. αυτός που εκκρίνει σάλιο («σιαλοχόοι ἀδένες» — οι σιαλογόνοι αδένες, Γαλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σίαλον «σάλιο» + -χόος / -χους (< χέω), πρβλ. οἰνο-χόος, υδρο-χόος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιαλοχόα — σιαλοχόος letting the spittle run neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαλοχόοι — σιαλοχόος letting the spittle run masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαλοχόων — σιαλοχόος letting the spittle run masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιαλοχοώ — έω, Α [σιαλοχόος] 1. χύνω ακουσίως το σάλιο μου, είμαι σαλιάρης 2. εκκρίνω σάλιο …   Dictionary of Greek

  • στενωνιανός — ο, Ν φρ. «στενωνιανός πόρος» ανατ. ο εκφορητικός ή σιαλοχόος πόρος τής παρωτίδας, τού κυριότερου σιαλογόνου αδένα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.